Σάββατο · 22/08/2026 - Welcome
Φιοράκης Χρήστος – Ψυχίατρος
  • Home
Ανθρώπινος εγκέφαλος και Συμπεριφορές

Οξυτοκίνη (Ωκυτοκίνη) — Oxytocin

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Σημείωση ορολογίας: Οι όροι “οξυτοκίνη” και “ωκυτοκίνη” αποτελούν δύο ελληνικές αποδόσεις της ίδιας ορμόνης (oxytocin). Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται κυρίως ο όρος “οξυτοκίνη”

Η οξυτοκίνη — γνωστή και ως ωκυτοκίνη — είναι μια από τις πιο πολυδιάστατες ορμόνες του ανθρώπινου οργανισμού. Παράγεται από τον υποθάλαμο και αποθηκεύεται στην υπόφυση, απ’ όπου απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος όποτε το σώμα το χρειαστεί. Η δράση της δεν περιορίζεται σε μία μόνο λειτουργία — αντίθετα, εκτείνεται από τη βιολογία της αναπαραγωγής έως την ψυχολογία των ανθρώπινων σχέσεων.

oxytocin - fior

Στον τοκετό, η οξυτοκίνη είναι ο κεντρικός μηχανισμός που κινεί τη διαδικασία της γέννας. Όταν το έμβρυο πιέζει τον τράχηλο της μήτρας, ο εγκέφαλος εκκρίνει οξυτοκίνη, η οποία ενεργοποιεί τις συσπάσεις. Μέσω ενός κύκλου θετικής ανάδρασης, οι συσπάσεις γίνονται ολοένα εντονότερες έως ότου ολοκληρωθεί η γέννα. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και κατά τον θηλασμό, όπου η ορμόνη διεγείρει την έκκριση γάλακτος κάθε φορά που το μωρό θηλάζει.

Πέρα από τον αναπαραγωγικό της ρόλο, η οξυτοκίνη λειτουργεί και ως χημικός αγγελιοφόρος στον εγκέφαλο. Επηρεάζει την εμπιστοσύνη, τη ρομαντική προσκόλληση, το δέσιμο γονέα-βρέφους και τη σεξουαλική διέγερση — γι’ αυτό και έχει καθιερωθεί στη λαϊκή αντίληψη ως «ορμόνη της αγάπης». Τα επίπεδά της ανεβαίνουν με μια απλή αγκαλιά ή κατά τον οργασμό, αναδεικνύοντας τη βαθιά σύνδεση μεταξύ σώματος και συναισθήματος.

Η επιστημονική έρευνα εξακολουθεί να διευρύνει την κατανόησή μας για την οξυτοκίνη. Η ανισορροπία των επιπέδων της — είτε χαμηλών είτε υψηλών — έχει συνδεθεί με παθήσεις όπως η διαταραχή φάσματος αυτισμού, η κατάθλιψη, το PTSD και η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη. Οι επιστήμονες διερευνούν ενεργά τη θεραπευτική δυνατότητα της συνθετικής οξυτοκίνης, ανοίγοντας νέους δρόμους στη σύγχρονη ψυχιατρική και ενδοκρινολογία.

πηγή κειμένου : https://fiorakis.gr/psychiki-ygeia/anthropinos-egkefalos-kai-symperifores/oxytocin/

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Γερασμένη γυναίκα στο κρεβάτι νοσοκομείου, με ιατρική.
Οργανικές Ψυχικές Διαταραχές (ICD-10: F00-09)

Delirium – Οξύ Οργανικό ψυχοσύνδρομο (ICD-10: F05)

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Το Delirium, γνωστό και ως οξύ οργανικό ψυχοσύνδρομο ή οξεία συγχυτική κατάσταση, είναι μια σοβαρή διαταραχή της συνείδησης, της προσοχής και της νόησης με ξαφνική έναρξη. Σύμφωνα με την ICD-10 (F05) και την ICD-11 (6D70), χαρακτηρίζεται από αποπροσανατολισμό, αδυναμία συγκέντρωσης και διακύμανση των συμπτωμάτων εντός της ημέρας. Δεν αποτελεί αυτοτελή ασθένεια, αλλά κλινική εκδήλωση υποκείμενης σωματικής ή φαρμακευτικής αιτίας. Εμφανίζεται κυρίως σε ηλικιωμένους και νοσηλευόμενους ασθενείς, με επίπτωση 14–56% στους νοσηλευόμενους ηλικιωμένους, και αποτελεί επείγον ιατρικό περιστατικό.

Το Delirium διακρίνεται σε τρεις κλινικούς τύπους: το υπερδραστήριο (διέγερση, ψευδαισθήσεις, επιθετικότητα), το υποδραστικό (υπνηλία, απάθεια, μειωμένη ανταπόκριση — ο πιο συχνός και υποδιαγνωσμένος τύπος) και το μικτό, που συνδυάζει χαρακτηριστικά και των δύο. Τα αίτια είναι πολυπαραγοντικά και περιλαμβάνουν λοιμώξεις, αφυδάτωση, ανισορροπίες ηλεκτρολυτών, φαρμακευτική αγωγή με αντιχολινεργική δράση, κατάχρηση ή στέρηση αλκοόλ και ναρκωτικών, χειρουργικές επεμβάσεις και έλλειψη βιταμινών — ιδίως θειαμίνης (Β1).

Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση και στη χρήση εγκεκριμένων εργαλείων αξιολόγησης, όπως η μέθοδος CAM (Confusion Assessment Method), με ευαισθησία 94–100%, η κλίμακα DRS-R-98 και το 4AT για ταχεία αξιολόγηση. Συμπληρώνεται από εξετάσεις αίματος, απεικονιστικές εξετάσεις και ΗΕΓ. Η αντιμετώπιση στοχεύει στην αιτία και περιλαμβάνει φαρμακευτικές παρεμβάσεις (αντιβιοτικά, αντιψυχωσικά σε χαμηλές δόσεις, βενζοδιαζεπίνες σε στέρηση αλκοόλ) αλλά και μη φαρμακευτικές, που αποτελούν τον πυρήνα της θεραπείας: επαναπροσανατολισμός, παρουσία οικείων προσώπων, κινητοποίηση και εξασφάλιση ήσυχου περιβάλλοντος.

Η πρόληψη του Delirium είναι εφικτή σε σημαντικό βαθμό μέσω τεκμηριωμένων πολυπαραγοντικών παρεμβάσεων, όπως το πρόγραμμα HELP (Hospital Elder Life Program), που μειώνει την επίπτωσή του κατά 30–40% σε νοσηλευόμενους ηλικιωμένους. Βασικά προληπτικά μέτρα περιλαμβάνουν την ενυδάτωση, τον περιορισμό μη απαραίτητων φαρμάκων, τη διατήρηση κανονικού κύκλου ύπνου-εγρήγορσης, τη χρήση βοηθημάτων αισθήσεων (γυαλιά, ακουστικά) και την έγκαιρη αντιμετώπιση λοιμώξεων. Η άμεση αναγνώριση των συμπτωμάτων και η ταχεία ιατρική παρέμβαση είναι καθοριστικές για την πλήρη ανάρρωση του ασθενούς.

 

Διαβάστε περισσότερα για το Delirium

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Άνδρας με τσιγάρο και καθρέφτης.
Διαταραχές από χρήση Ψυχοδραστικών Ουσιών ( ICD-10: F10-19 )

Xρήση Κοκαΐνης και ψυχικές διαταραχές (ICD-10: F14.0)

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Η κοκαΐνη είναι ένα ισχυρό διεγερτικό ναρκωτικό που προέρχεται από το φυτό Erythroxylum coca και αποτελεί μία από τις πιο εθιστικές ψυχοδραστικές ουσίες παγκοσμίως. Παρά τη διαδεδομένη αντίληψη ότι προσφέρει «καθαρή μέθη», οι επιπτώσεις της στην ψυχική και σωματική υγεία είναι βαθιές και μακροχρόνιες. Δρώντας ως αναστολέας επαναπρόσληψης μονοαμινών, επηρεάζει άμεσα τα συστήματα ντοπαμίνης, σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης, δημιουργώντας σε σύντομο χρονικό διάστημα ισχυρή σωματική και ψυχολογική εξάρτηση.

Με την επαναλαμβανόμενη χρήση, ο εγκέφαλος υφίσταται βαθιές νευροπροσαρμογές που αλλάζουν τη δομή και τη λειτουργία του μεσολιμβικού συστήματος ανταμοιβής. Οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις — άγχος, παράνοια, ευερεθιστότητα και ίλιγγος — μπορεί να φαίνονται διαχειρίσιμες, αλλά η χρόνια χρήση οδηγεί σε σοβαρότερες εκδηλώσεις, όπως παραισθήσεις, παραλήρημα και ψύχωση. Η ευφορία που προκαλεί η ουσία συχνά εμποδίζει τον χρήστη να αντιληφθεί έγκαιρα την εξέλιξη της εξάρτησης.

Η ψύχωση της κοκαΐνης αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες και χαρακτηρίζεται από προσωρινή απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Εκδηλώνεται με ψευδαισθήσεις — συχνότερα ακουστικές — παραληρητικές ιδέες, καταδιωκτική παράνοια και το χαρακτηριστικό φαινόμενο της «κοκαΐνικης εντομοφοβίας». Έρευνες υποδεικνύουν ότι έως και το 86,5% των ατόμων με διαταραχή χρήσης κοκαΐνης μπορεί να παρουσιάσουν ψυχωτικά συμπτώματα, ενώ η κατάσταση αυτή ενδέχεται να επιδεινώσει προϋπάρχουσες ψυχιατρικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή.

Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η κοκαΐνη διαταράσσει κρίσιμα εγκεφαλικά δίκτυα — το DMN, το SN και το CEN — που ευθύνονται για την προσοχή, τη λήψη αποφάσεων και τον εκτελεστικό έλεγχο. Νευροαπεικονιστικές μελέτες αναδεικνύουν μειωμένη δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό, ενώ η υπερδιέγερση των D2 υποδοχέων ντοπαμίνης στο μεταιχμιακό σύστημα θεωρείται ο κεντρικός νευροβιολογικός μηχανισμός της ψύχωσης. Παράλληλα, σωματικά, η κοκαΐνη προκαλεί σοβαρές καρδιαγγειακές επιπλοκές — ταχυκαρδία, υπέρταση, αρρυθμίες και οξύ στεφανιαίο σύνδρομο — ενώ εκτιμάται ότι ευθύνεται για το 25% των εμφραγμάτων σε άτομα ηλικίας 18–45 ετών.

Η πιθανότητα εμφάνισης ψύχωσης από κοκαΐνη επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων κινδύνου, μεταξύ των οποίων η γενετική προδιάθεση, η ποσότητα και συχνότητα χρήσης, η μέθοδος χορήγησης, οι προϋπάρχουσες ψυχιατρικές καταστάσεις και η έλλειψη ύπνου. Ιδιαίτερα επικίνδυνος είναι ο συνδυασμός κοκαΐνης με αλκοόλ, καθώς σχηματίζεται κοκαιθυλένιο — μια τοξική ουσία με ενισχυμένο καρδιοτοξικό αποτέλεσμα. Η πρώιμη έναρξη χρήσης κατά την εφηβεία και το ιστορικό ψυχικού τραύματος αποτελούν επίσης ανεξάρτητους παράγοντες αυξημένης ευαισθησίας.

Η αντιμετώπιση του εθισμού στην κοκαΐνη και των συναφών ψυχωτικών διαταραχών απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, φαρμακευτική αγωγή και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Ερευνητικά, ουσίες όπως η ν-ακετυλοκυστεΐνη και τα εμβόλια κατά της κοκαΐνης ανοίγουν νέες θεραπευτικές προοπτικές. Η μακροχρόνια παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη, καθώς ο κίνδυνος υποτροπής είναι υψηλός για χρόνια μετά τη διακοπή· η ανάρρωση, ωστόσο, είναι εφικτή με την κατάλληλη υποστήριξη.

Διαβάστε περισσότερα για το θέμα

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Άτομο καθισμένο σε γωνία, καλύπτει το πρόσωπό του με τα.
Ψυχωτικές διαταραχές (ICD-10: F20-29)

Σχιζοφρένεια (ICD-10: F20)

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Η σχιζοφρένεια είναι μια από τις πιο παρεξηγημένες παθήσεις της ψυχιατρικής, με μια εικόνα που έχει διαμορφωθεί περισσότερο από στερεότυπα παρά από την κλινική πραγματικότητα. Πρόκειται για μια χρόνια διαταραχή του εγκεφάλου που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος σκέφτεται, αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του και διαχειρίζεται τα συναισθήματά του. Δεν είναι «διάσπαση προσωπικότητας», όπως συχνά νομίζεται λανθασμένα, αλλά μια πολυπαραγοντική κατάσταση που προσβάλλει σχεδόν εξίσου άνδρες και γυναίκες, συνήθως στα τέλη της εφηβείας ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή.

Η πορεία της νόσου συνήθως εξελίσσεται σε στάδια. Ξεκινά με διακριτικά, πρόδρομα σημάδια —κοινωνική απόσυρση, καχυποψία, δυσκολία συγκέντρωσης— που μπορεί εύκολα να περάσουν απαρατήρητα. Ακολουθεί το ενεργό στάδιο, όπου εμφανίζονται τα πιο έντονα συμπτώματα: παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά. Τέλος, στο υπολειμματικό στάδιο τα συμπτώματα υποχωρούν σε ένταση αλλά συχνά παραμένουν σε ηπιότερη μορφή, με τη νόσο να έχει μια φύση υποτροπιάζουσα παρά μόνιμα θεραπευμένη.

Πίσω από την εμφάνιση της σχιζοφρένειας κρύβεται συνήθως ένας συνδυασμός παραγόντων και όχι μία μεμονωμένη αιτία. Η γενετική προδιάθεση παίζει σημαντικό ρόλο, όμως η νόσος συχνά «ενεργοποιείται» μέσα από περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις —όπως στρεσογόνα γεγονότα ζωής ή η χρήση ουσιών όπως η κάνναβη σε ευάλωτα άτομα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν προκαλείται από τον τρόπο ανατροφής ή από αδυναμία χαρακτήρα· είναι μια ιατρική κατάσταση, όχι επιλογή ή αποτυχία του ατόμου.

Το πιο ελπιδοφόρο κομμάτι της ιστορίας είναι ότι η σχιζοφρένεια σήμερα αντιμετωπίζεται πολύ αποτελεσματικότερα απ’ ό,τι πριν από μερικές δεκαετίες. Ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας, μαζί με την έγκαιρη διάγνωση, μπορεί να βοηθήσει τους περισσότερους ανθρώπους να διατηρήσουν μια λειτουργική και ουσιαστική καθημερινότητα. Η σταθερή παρακολούθηση από ψυχίατρο, η τήρηση της αγωγής και η υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες για μια θετική πορεία.

 

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Εγκέφαλος σε μαγνητική τομογραφία, με σαφήνεια σε διάφ.
περί Covid-19

Οι ασθενείς με σοβαρή νόσηση COVID-19 υποφέρουν από μια σειρά μοριακών αλλαγών που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Οι ασθενείς που νοσούν από λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2 παρουσιάζουν μοριακές αλλαγές στους νευρολογικούς ιστούς παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ, όπως δείχνει μια νέα μελέτη μικρού δείγματος με δέκα άτομα.

Τα ευρήματα θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα προβλήματα μνήμης που αναφέρουν τα άτομα που πάσχουν από “μακρά COVID-19”, μια κατάσταση κατά την οποία τα συμπτώματα της νόσου εκδηλώνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι η μελέτη είναι μικρή και πρέπει να επαναληφθεί από άλλους ερευνητές.

Οι πρώτες αναφορές για “εγκεφαλική ομίχλη” και επίμονα καρδιακά συμπτώματα σε επιζώντες του COVID-19 ώθησαν τους ερευνητές του Ιατρικού Κέντρου Irving του Πανεπιστημίου Κολούμπια να διερευνήσουν πώς ορισμένα μόρια, που ονομάζονται “υποδοχείς ρανοδίνης” (Ryanodine Receptor), επηρεάζονται στους ασθενείς με τη νόσο. Οι ελαττωματικοί υποδοχείς “ρανοδίνης” έχουν ενοχοποιηθεί για μια ποικιλία παθήσεων, από καρδιακές και πνευμονικές παθήσεις έως τη νόσο Αλτσχάιμερ (Alzheimer) .

Εντός των νευρώνων, οι ελαττωματικοί υποδοχείς ρανοδίνης έχουν προηγουμένως συνδεθεί με την αύξηση της Φωσφορυλιωμένης πρωτεΐνη Tau (p-Tau, 181-p), ένα γνωστό χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου Αλτσχάιμερ. Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές του Κολούμπια διαπίστωσαν αυξημένα επίπεδα Φωσφορυλιωμένη πρωτεΐνη Tau στους εγκεφάλους των ασθενών με COVID-19, εκτός από ελαττωματικούς υποδοχείς ρανοδίνης . Το φωσφορυλιωμένο Τau βρέθηκε σε περιοχές όπου το Τau συνήθως εντοπίζεται σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ, καθώς και σε περιοχές όπου δεν εντοπίζεται συνήθως σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ, γεγονός που υποδηλώνει ότι το φωσφορυλιωμένο Τau σε ασθενείς με COVID-19 μπορεί να αποτελεί ένδειξη της νόσου Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο και μπορεί επίσης να συμβάλλει σε άλλα νευρολογικά συμπτώματα που παρατηρούνται σε ασθενείς με COVID-19.

Με βάση τα ευρήματα αυτά, μαζί με πρόσθετες αλλαγές που βρέθηκαν στον εγκέφαλο, οι ερευνητές θεωρούν ότι η χαρακτηριστική σοβαρή ανοσολογική αντίδραση του COVID-19 προκαλεί φλεγμονή στον εγκέφαλο, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε απώλεια της λειτουργίας των υποδοχέων της ρανοδίνης .


Βιβλιογραφία: Small study finds Alzheimer’s-like changes in some COVID patients’ brains, link: https://www.sciencedaily.com/releases/2022/02/220203122947.htm

πηγή: Science Daily

φωτογραφίες: www.cuimc.columbia.edu

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
περί Covid-19

Πώς θα επηρεάσει ο COVID19 τις μελλοντικές γενιές;

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Η έκθεση στον ιό SARS-CoV2 κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για την υγεία των μελλοντικών γενεών, σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση. Συνεπώς, η έκθεση της εγκύου στον κορονοϊό θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη σωματική ανάπτυξη και τη συμπεριφορά και να συμβάλει ακόμη και στην επιτάχυνση της διαδικασίας γήρανσης.

Μια μελέτη που διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του 2020 θα γεννηθούν 300.000 μωρά που εκτέθηκαν στη μήτρα στον SARS-CoV2 και αρκετά εκατομμύρια άλλα από εγκυμοσύνες όπου ο κύριος παράγοντας κινδύνου ήταν το ψυχολογικό στρες που προκλήθηκε από την πανδημία COVID19.

Αν και οι μακροπρόθεσμες συνέπειες δεν μπορούν να προβλεφθούν, η ιστορία μπορεί να υποδείξει πιθανές επιπτώσεις αυτής της πανδημίας όσον αφορά την έκταση και τον τρόπο ζημίας στις μελλοντικές γενιές, εξετάζοντας την εξέλιξη της ισπανικής γρίπης του 1918, των επιδημιών SARS του 2002 και MERS του 2012.

Ο Caleb Finch, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, αναφέρει ότι η ισπανική γρίπη είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ομάδα που εκτέθηκε στη μήτρα στον επιβλαβή ιικό παράγοντα, με σημαντικότερες συνέπειες την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ισχαιμικής καρδιοπάθειας, διαβήτη και κατάθλιψης μεταξύ των ασθενών αυτής της ομάδας. Αυτό υποδηλώνει μια πιθανή παρόμοια επίδραση στις μελλοντικές γενιές που εκτίθενται στη μήτρα σε λοίμωξη SARS-CoV2 ή σε εγκυμοσύνες όπου το πανδημικό στρες αποτελεί παράγοντα κινδύνου.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους η μόλυνση της μητέρας με SARS-CoV2 μπορεί να επηρεάσει το έμβρυο. Μία από αυτές είναι η άμεση μετάδοση του ιού μέσω του πλακούντα. Η φλεγμονώδης αντίδραση είναι ένας άλλος τρόπος, ο οποίος μπορεί να διαταράξει τον φυσιολογικό μεταβολισμό του εμβρύου. Και τα δύο, ωστόσο, μπορούν να επηρεάσουν τη φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη του μωρού.

Αν και σπάνια έχουν αναφερθεί σοβαρές γενετικές ανωμαλίες σε σχέση με προηγούμενες επιδημίες, SARS και MERS, παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα πρόωρων γεννήσεων και υποτροφία νεογνών τόσο το 2002 όσο και το 2012, τα οποία μπορεί να είναι συνέπειες της φλεγμονής.

Αν και είναι πολύ νωρίς για να εξαχθούν συμπεράσματα, ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις εγκυμοσύνες που παρουσιάζονται ως παράγοντας κινδύνου για τη μόλυνση από SARS-CoV2 χρήζουν περαιτέρω προσοχής. Έχει παρατηρηθεί συσχέτιση μεταξύ της αυξημένης συχνότητας πρόωρων γεννήσεων και του COVID19 που διαγνώστηκε κατά την εγκυμοσύνη. Επίσης, οι σοβαρές μορφές της νόσου που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα μπορούσαν να συσχετιστούν με την εξέλιξή της και τον ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου.

Οι συγγραφείς της μελέτης προτείνουν μακροχρόνια παρακολούθηση των βρεφών που εκτέθηκαν στον SARS CoV2 κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τόσο κατά την παιδική όσο και κατά την ενήλικη ζωή και ανάλυση της ψυχοσωματικής και γνωστικής τους ανάπτυξης.


Βιβλιογραφία: University of Southern California. “How will COVID-19 affect our next generation? In-utero exposure to the coronavirus pandemic could cause developmental difficulties and accelerated aging in the century ahead, say researchers.” ScienceDaily. ScienceDaily, 18 November 2021

πηγή: Science Daily

φωτογραφίες: unsplash.com/

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Γυναίκα σε γυμναστήριο που κάνει γιόγκα ή διατάσεις σε.
περί Covid-19

Η άσκηση επηρεάζει θετικά την πρόγνωση της νόσου COVID-19

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Η άσκηση προσφέρει σημαντικά οφέλη στα άτομα που έχουν διαγνωστεί με COVID-19, βελτιώνοντας την πρόγνωση της νόσου, σύμφωνα με τα ευρήματα μελέτης που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό “PLOS ONE“. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας ήταν σημαντικά χαμηλότερα μεταξύ εκείνων που ήταν σωματικά αθλούμενοι πριν από την πανδημία και στη συνέχεια νόσησαν από την ασθένεια.

Η τακτική σωματική άθληση είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος βελτίωσης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ένα ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα παρέχει μεγαλύτερη προστασία έναντι επιβλαβών παθογόνων μικροοργανισμών, βοηθώντας ιδιαίτερα στην καταπολέμηση ιογενών καταστάσεων όπως το COVID-19. Επιπλέον, η τακτική άσκηση μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση χρόνιων ασθενειών, τόσο σωματικών όσο και ψυχικών.

Στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19, η τακτική σωματική δραστηριότητα έχει συστηθεί ως ένας τρόπος αύξησης της αντίστασης του ανοσοποιητικού συστήματος στον SARS-CoV-2. Εν μέσω αυξανόμενης διαμάχης σχετικά με την αποτελεσματικότητα των εμβολίων, οι ερευνητές έχουν συστήσει εναλλακτικούς μη φαρμακολογικούς τρόπους ενίσχυσης της αντίδρασης του ανοσοποιητικού συστήματος κατά του ιού, οι οποίοι πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα κρίσιμο βήμα για την αναχαίτιση της πανδημίας και τη μείωση του ποσοστού των συμπτωματικών COVID-19 στους πληθυσμούς.

Η παρούσα μελέτη εξέτασε τα αποτελέσματα που προήγαγε η σωματική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της επιδημίας COVID-19, με τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν στην ανάλυση να είναι τα ποσοστά νοσηρότητας, θανάτου και ίασης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η τακτική σωματική δραστηριότητα θα μπορούσε να βελτιώσει το ποσοστό ίασης του COVID-19. Όσον αφορά τα ποσοστά ίασης, καθώς και τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, τα οφέλη για την υγεία ήταν μεγαλύτερα στις περιοχές υψηλού κινδύνου COVID-19 από ό,τι στις περιοχές χαμηλού κινδύνου.

πηγή: journals.plos.org/plosone/

φωτογραφίες: unsplash.com/

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Σύνδρομο απώλειας κινήτρων
Ψυχιατρικά Σύνδρομα και Συμπτώματα

Σύνδρομο Απώλειας Κινήτρων

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Το Σύνδρομο Απώλειας Κινήτρων (Amotivational Syndrome) περιγράφει μια επίμονη κατάσταση μειωμένης κινητοποίησης, περιορισμένης πρωτοβουλίας και αδυναμίας συμμετοχής σε στοχοκατευθυνόμενες δραστηριότητες. Δεν πρόκειται για απλή αναβλητικότητα ή περιστασιακή αδιαφορία, αλλά για μια βαθύτερη κατάσταση που αντικατοπτρίζει διαταραχές στα νευροβιολογικά συστήματα που ρυθμίζουν την κινητοποίηση, την ανταμοιβή και τη λήψη αποφάσεων — με κεντρικό ρόλο του ντοπαμινεργικού συστήματος.

Τα συμπτώματα εκδηλώνονται σε τρία επίπεδα: συναισθηματικό, γνωστικό και συμπεριφορικό. Περιλαμβάνουν απάθεια, ανηδονία, συναισθηματική αμβλύτητα, δυσκολία συγκέντρωσης και μνήμης, αβουλησία και κοινωνική απόσυρση. Η συνύπαρξη και των τριών επιπέδων είναι αυτή που διαφοροποιεί το σύνδρομο από άλλες, πιο περιορισμένες εκδηλώσεις ψυχολογικής κόπωσης, επηρεάζοντας σημαντικά την εργασία, τις σπουδές, τις σχέσεις και την αυτοφροντίδα.

Το σύνδρομο δεν αποτελεί επίσημη ψυχιατρική διάγνωση και δεν περιλαμβάνεται ούτε στο DSM-5 ούτε στο ICD-10. Εμφανίζεται ως σύμπτωμα στο πλαίσιο διαφόρων παθήσεων, όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, η ΔΕΠΥ, η νόσος Parkinson, το burnout, η χρόνια χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και ορισμένες φαρμακευτικές αγωγές όπως οι SSRIs. Η πολυπαραγοντική φύση του καθιστά απαραίτητη την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση και τη διαφορική διάγνωση.

Συχνά συγχέεται με την απάθεια, ωστόσο οι δύο έννοιες διαφέρουν κλινικά. Η απάθεια αφορά κυρίως τη συναισθηματική επιπέδωση, ενώ το Σύνδρομο Απώλειας Κινήτρων επεκτείνεται και σε γνωστικές και συμπεριφορικές διαστάσεις — το άτομο δεν αδυνατεί μόνο να νιώσει, αλλά και να κινηθεί. Κανένας από τους δύο όρους δεν αποτελεί αυτοτελή διαγνωστική οντότητα, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη αξιολόγησης μέσα στο ευρύτερο κλινικό πλαίσιο κάθε ατόμου.

Η αντιμετώπιση είναι εφικτή και εξατομικευμένη. Περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία — ιδίως γνωστική-συμπεριφορική και Behavioral Activation — αναθεώρηση φαρμακευτικής αγωγής όπου απαιτείται, σωματική άσκηση, δομημένο πρόγραμμα και κοινωνική υποστήριξη. Η απώλεια κινήτρων δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα ούτε μόνιμη κατάσταση· με την κατάλληλη παρέμβαση, η ανάκτηση λειτουργικότητας και ζωτικότητας είναι εφικτή για την πλειονότητα των ατόμων.

Διαβάστε περισσότερα 

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας
Διαταραχές Προσωπικότητας ( ICD-10: F60-69 )

Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (NPD) αποτελεί σοβαρή κατάσταση ψυχικής υγείας που κωδικοποιείται στο ICD-10 ως F60.8 και στο ICD-11 ως 6D11.2. Χαρακτηρίζεται από ένα επίμονο μοτίβο υπερβολικής αίσθησης αυτοαξίας, διάχυτης έλλειψης ενσυναίσθησης και έντονης ανάγκης για εξωτερική επιβεβαίωση και θαυμασμό. Η διαταραχή εντάσσεται στο Cluster B των διαταραχών προσωπικότητας, μαζί με την Οριακή, την Αντικοινωνική και την Ιστριονική Διαταραχή, και εκτιμάται ότι αφορά έως και το 5% του γενικού πληθυσμού, με συχνότερη εμφάνιση σε άνδρες. Τα πρώτα κλινικά σημάδια εμφανίζονται συνήθως στα τέλη της εφηβείας ή στις αρχές της ενήλικης ζωής.

 

Η κλινική εικόνα της NPD δεν εξαντλείται στον «κλασικό» μεγαλομανή τύπο (overt/grandiose narcissism). Η σύγχρονη έρευνα αναγνωρίζει και τον τρωτό ή υπολανθάνοντα υπότυπο (covert/vulnerable narcissism), όπου το άτομο εκδηλώνει εσωτερική αίσθηση ανωτερότητας, υπερευαισθησία στην κριτική και κοινωνική αναστολή. Και στους δύο υπότυπους παρατηρείται αδυναμία διατήρησης υγιών διαπροσωπικών σχέσεων, τάση χειραγώγησης και εκμετάλλευσης των άλλων, καθώς και φαντασιώσεις δύναμης, επιτυχίας ή αδιαμφισβήτητης λαμπρότητας. Νευροψυχολογικές μελέτες με fMRI αναδεικνύουν μειωμένη ενεργοποίηση στην πρόσθια νησίδα και τον μέσο μετωπιαίο φλοιό — περιοχές κρίσιμες για την ενσυναίσθηση και τη συναισθηματική ρύθμιση.

 

Η αιτιολογία της NPD είναι πολυπαραγοντική. Μελέτες σε δίδυμα υποδηλώνουν εκτιμώμενη κληρονομικότητα περίπου 50–60%, ενώ νευροβιολογικοί παράγοντες — όπως ανισορροπίες στις ντοπαμινεργικές και σεροτονινεργικές οδούς — ενοχοποιούνται επίσης. Παράλληλα, εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, όπως η υπερβολική εξιδανίκευση ή, αντίθετα, η συναισθηματική παραμέληση και κακοποίηση, μπορούν να οδηγήσουν στη διαμόρφωση παθολογικής ναρκισσιστικής ρύθμισης. Σύμφωνα με τις θεωρίες των Kernberg και Kohut, η NPD αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα πρώιμων διαταραχών στην ανάπτυξη του εαυτού, ενώ πολιτισμικοί και κοινωνικοί παράγοντες που αναδεικνύουν την ατομική επίτευξη και την εικόνα μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη διαταραχή.

 

Η διάγνωση τίθεται από ειδικό ψυχικής υγείας βάσει των κριτηρίων του DSM-5 — που απαιτούν την παρουσία τουλάχιστον πέντε από εννέα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά — ή της διαστατικής προσέγγισης του ICD-11, η οποία αξιολογεί τη σοβαρότητα σε κλίμακα και καταγράφει τα ναρκισσιστικά γνωρίσματα ως ειδικούς ποιοτικούς προσδιοριστές. Για τη δομημένη κλινική αξιολόγηση χρησιμοποιούνται εργαλεία όπως η SCID-5-PD και η IPDE. Η διαφορική διάγνωση από την Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας και την Υπομανία είναι απαραίτητη, καθώς κλινικά χαρακτηριστικά μπορεί να επικαλύπτονται.

 

Η ψυχοθεραπεία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της θεραπευτικής αντιμετώπισης, με αποτελεσματικότερες προσεγγίσεις την Θεραπεία Σχημάτων (Schema Therapy) και την Ψυχοθεραπεία Εστιασμένη στη Μεταβίβαση (TFP) κατά Kernberg. Φαρμακευτική αγωγή — αντικαταθλιπτικά (SSRI), σταθεροποιητές διάθεσης ή αντιψυχωσικά χαμηλής δόσης — μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση συνοδών συμπτωμάτων. Χωρίς θεραπεία, η NPD συνδέεται με χρόνια διαταραχή λειτουργικότητας, αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών, βαριά κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό. Η έγκαιρη διάγνωση, η ανάπτυξη ασφαλούς δεσμού στην παιδική ηλικία και η άμεση αναζήτηση ψυχιατρικής βοήθειας αποτελούν τους πιο ουσιαστικούς προστατευτικούς παράγοντες.

Διαβάστε περισσότερα

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
Σύνδρομο Capgras - (Σύνδρομο παραληρητικής εσφαλμένης αναγνώρισης) / Capgras syndrome
Ψυχιατρικά Σύνδρομα και Συμπτώματα

Σύνδρομο Capgras (Σύνδρομο παραληρητικής εσφαλμένης αναγνώρισης)

δημοσιευμένο από Χρήστος Φιοράκης

Το σύνδρομο Capgras είναι μια σπάνια νευροψυχιατρική διαταραχή αναγνώρισης, κατά την οποία το άτομο πιστεύει ακλόνητα ότι ένα οικείο πρόσωπο — συνήθως σύζυγος ή στενός συγγενής — έχει αντικατασταθεί από έναν πανομοιότυπο σωσία ή απατεώνα. Περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1923 από τους Γάλλους ψυχιάτρους Capgras και Reboul-Lachaux και ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των Συνδρόμων Παραληρηματικής Εσφαλμένης Αναγνώρισης (Delusional Misidentification Syndromes). Αν και θεωρείται σπάνια πάθηση, εκτιμάται ότι υποδιαγιγνώσκεται: εμφανίζεται στο 1–4% των ψυχωτικών ασθενών και πιθανώς στο 10–16% των ασθενών με άνοια που συνοδεύεται από ψυχωτικά χαρακτηριστικά. Σε αντίθεση με την προσωπαγνωσία — όπου απουσιάζει η αναγνώριση αλλά διατηρείται η συναισθηματική ανταπόκριση — στο σύνδρομο Capgras η οπτική αναγνώριση είναι άρτια, αλλά η αίσθηση οικειότητας απουσιάζει παντελώς.

Η επικρατέστερη νευροβιολογική θεωρία (Hirstein & Ramachandran, 1997) εντοπίζει την αιτία σε μια λειτουργική αποσύνδεση μεταξύ της «ταυτοτικής» οδού επεξεργασίας προσώπων (οπτικός φλοιός → ατρακτοειδής έλικα) και της «συναισθηματικής» οδού (αμυγδαλοειδής πυρήνας → μεταιχμιακό σύστημα). Ο εγκέφαλος αναγνωρίζει το πρόσωπο, αλλά δεν λαμβάνει το αναμενόμενο συναισθηματικό σήμα οικειότητας — και για να αιτιολογήσει αυτή την ασυμφωνία, καταλήγει στο παραληρηματικό συμπέρασμα ότι πρόκειται για σωσία. Νευροαπεικονιστικές μελέτες (fMRI, PET) έχουν επιβεβαιώσει μειωμένη δραστηριότητα αμυγδαλοειδούς και βλάβες της λευκής ουσίας στον δεξιό μετωπιαίο ή κροταφικό λοβό. Οι παλαιότερες ψυχοδυναμικές ερμηνείες (συμπλέγματα Οιδίποδα, Ηλέκτρας) δεν υποστηρίζονται πλέον από τα επιστημονικά δεδομένα.

Το σύνδρομο εμφανίζεται συχνότερα στο πλαίσιο νευροεκφυλιστικών νοσημάτων — ιδίως άνοιας με σωμάτια Lewy και νόσου Alzheimer — αλλά μπορεί επίσης να οφείλεται σε σχιζοφρένεια, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα (π.χ. αντι-NMDA υποδοχέα) ή χρήση ψυχοδραστικών ουσιών. Κλινικά, χαρακτηρίζεται από ακλόνητη παραληρητική πεποίθηση που μπορεί να επεκταθεί σε κατοικίδια, αντικείμενα ή και στον ίδιο τον ασθενή, ενώ σε άτομα με απώλεια όρασης έχει τεκμηριωθεί αντίστοιχη παραληρητική αναγνώριση μέσω φωνής. Αν και οι περισσότεροι ασθενείς δεν είναι βίαιοι, έχουν περιγραφεί στη βιβλιογραφία σοβαρά περιστατικά επιθετικότητας, γεγονός που καθιστά υποχρεωτική την εκτίμηση κινδύνου από εκπαιδευμένο κλινικό.

Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για το σύνδρομο Capgras — η αντιμετώπιση εξατομικεύεται βάσει της υποκείμενης αιτίας. Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει ατυπικά αντιψυχωσικά (ρισπεριδόνη, κουετιαπίνη, αριπιπραζόλη), αναστολείς χολινεστεράσης σε άνοια, σταθεροποιητές διάθεσης σε διπολική διαταραχή και ανοσοθεραπεία όταν η αιτία είναι αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα. Η ψυχοθεραπεία — κυρίως γνωσιακή αναδόμηση και υποστηρικτικές τεχνικές — συμβάλλει στη μείωση της δυσφορίας, χωρίς όμως να εξαλείφει από μόνη της τις παραληρητικές ιδέες. Η έγκαιρη αναγνώριση και η ορθή διαφορική διάγνωση είναι καθοριστικές, καθώς βελτιώνουν την ποιότητα ζωής τόσο των ασθενών όσο και των οικογενειών τους.

Διαβάστε περισσότερα

12 Ιουλίου 2026 0 σχόλια
0 FacebookTwitterEmail
  • 1
  • 2
  • 3
  • …
  • 9

Αναζήτηση

Πρόσφατα άρθρα

  • Ψυχωσικές διαταραχές
  • Αγοραφοβία
  • Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας (BPD)
  • Κατάθλιψη και Ερωτική Διάθεση
  • Tο πρωινό ξύπνημα μόλις μία ώρα νωρίτερα μειώνει τον κίνδυνο κατάθλιψης

Kατηγορίες

Φιοράκης Χρήστος – Ψυχίατρος
  • Home